Τραβιέμαι με την Λιάνα. Την ξέρω καιρό δεν είναι χθεσινή γνωριμία, είναι προχθεσινή. Κάποτε έκανα παρέα με τον πρώην της. Καλό παιδί, λίγο μαλάκας, λίγο σνομπ, λίγο συντηρητικός, με μια λέξη: λίγος. Είναι 26, πατημένα, η Λιάνα. Έχει ξανθά μπουκλωτά μαλάκια, μικρά μυτερά εφηβικά βυζιά, φουσκωτά χείλια και πιρσινγκ –ένα κρικάκι- στην κλειτορίδα. Την πρώτη φορά με τρόμαξε κάπως αυτό. Την είχα στριμώξει στην είσοδο μιας πολυκατοικίας -προσποιούμενος τον μεθυσμένο- και είχα χώσει το χέρι μου ανάμεσα στα σφιχτά μπούτια της. Έχω ένα φετίχ με τα μπούτια, όσο πιο κλειστά, τόσο πιο πολύ με ανάβουν, η αντίσταση… πάντα με ανάβει, όπως και η αθωότητα. Οτιδήποτε μπορεί να εκμαυλιστεί με παθιάζει, και για να στο πω κι αλλιώς, αν ένα μουνί μπορεί να με σύρει χιλιόμετρα σε πυρωμένη άσφαλτο για να το γευτώ, αυτό δεν είναι άλλο από το μουνί που δεν έχω ακόμη δει. Με τρέλαινε που λες η αντίστασή της. Και «μη, αν το μάθει ο πρώην μπορεί να παρεξηγηθεί!!!», χεσμένη την είχε ο φλώρος αλλά λέμε τώρα…. Δεν ήθελα να της χαλάσω την ψευδαίσθηση, οκ μωρό μου, της λέω, μην αντιστέκεσαι εσύ άλλο, και δεν θα το μάθει ο μαλάκας… Από δω την είχα, από κει την είχα, έχωσα τελικά το χέρι μου στο βάζο με το γλυκό. Γλυκό μουνί, μελωμένο, μούσκεμα, ασύλληπτα υγρό, τόσο υγρό που ωχριά μπροστά του μισό κιλό λιπαντικό… Και πάνω εκεί το πιάνω, φοβήθηκα που λες, μην ανοίξει και μου περάσει δαχτυλίδι στην γλώσσα ή στο πουλί το πιρσινγκ! Ρε λες, λέω, να τρέχουμε στα νοσοκομεία ξημερώματα. Είχα πιει τζιν τόνικ και μετά βότκα, είχα θάρρος, της το έγλειψα, ήμουν extra γενναίος, την πήδηξα. Μια χαρά. Μέχρι που…

 (to be continued...)